σημαδιακός

-ή, -ό, Ν
1. εξαιρετικός, αξιομνημόνευτος («μέρα σημαδιακή»)
2. σπάνιος («σημαδιακό αρνί»)
3. αυτός που προμηνύει κάτι, ενδεικτικός
4. σημαδεμένος, σακατεμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σημάδι + κατάλ. -ιακός (πρβλ. σταδ-ιακός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημαδιακός — ή, ό 1. αυτός που έχει σωματικό ελάττωμα: Σημαδιακός άνθρωπος. 2. εξαιρετικός, ιδιαίτερης σημασίας: Σημαδιακή μέρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Пападиамандис, Александрос — Александрос Пападиамандис греч. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης …   Википедия

  • Μηλιώνης, Χριστόφορος — (Περιστέρι Πωγωνίου Ιωαννίνων 1932 –). Φιλόλογος και λογοτέχνης. Σπούδασε ψυχολογία στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σταδιοδρόμησε ως φιλόλογος καθηγητής σε διάφορα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.